ιερό(ν)

ιερό(ν)
τό
1) святыня;

αυτός δεν έχει ούτε ιερό(ν), ούτε όσιο — для него нет ничего святого;

2) святилище, алтарь

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "ιερό(ν)" в других словарях:

  • ιερό — Χώρος στον οποίο, όπως πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες, κάποια θεότητα εκδήλωνε την παρουσία της και δεχόταν εκεί τη λατρεία των πιστών. Η έννοια του ι. ήταν επίσης γνωστή και σε άλλους λαούς. Στην αρχαία ελληνική θρησκεία αποτελούσε εξέλιξη του… …   Dictionary of Greek

  • ιερό — το 1. τόπος αφιερωμένος σε κάποια θεότητα κατά την αρχαιότητα, ναός: Ιερό του Απόλλωνα. 2. Άγιο Βήμα: Βγήκε ο παπάς από το ιερό. 3. στον πληθ., ιερά θρησκευτικές τελετές, ιερά σκεύη: Παπάδες πάρτε τα ιερά και σεις κεριά σβηστείτε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ιερό οστό — Οστό της λεκάνης. Βρίσκεται στο κατώτερο τμήμα της σπονδυλικής στήλης και αρθρώνεται με τα ανώνυμα οστά, σχηματίζοντας το οπίσθιο τμήμα της πυέλου. Είναι μονοφυές, με τριγωνικό σχήμα και ελαφρώς καμπύλο. Αποτελείται από πέντε ιερούς σπονδύλους,… …   Dictionary of Greek

  • Ισθμίας, ιερό — Ένα από τα τέσσερα μεγάλα ιερά της Ελλάδας στην αρχαιότητα, κοντά στο οποίο διεξάγονταν τα Ίσθμια (βλ. λ.), οι πανελλήνιοι αγώνες προς τιμήν του θεού Ποσειδώνα. Ο ναός του Ποσειδώνα υπήρχε εκεί ήδη από τον 7o αι. π.Χ., την εποχή των Κυψελιδών,… …   Dictionary of Greek

  • επιτάφιος — Ιερό χριστιανικό άμφιο από πολύτιμο ύφασμα. Είναι ορθογώνιο και πάνω σε αυτό είναι κεντημένη η εικόνα του Ιησού στον τάφο και γύρω η Θεοτόκος, ο Ιωάννης, οι μυροφόρες και άγγελοι που θρηνούν. Προέρχεται από ένα ιερό άμφιο του 12ου αι., τον αέρα.… …   Dictionary of Greek

  • Λεωκόριον — Ιερό της αρχαίας Αθήνας. Βρισκόταν στη συνοικία του Κεραμεικού και είχε αφιερωθεί από τους Αθηναίους στις τρεις κόρες του ήρωα και βασιλιά της Αττικής Λεώ, την Πραξιθέα, τη Θεόπη και την Ευβούλη, οι οποίες θυσιάστηκαν για να απαλλαγεί η πόλη από… …   Dictionary of Greek

  • αρτοφόριο — Ιερό λειτουργικό σκεύος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας επάνω στην Αγία Τράπεζα. Κατασκευάζεται από χρυσό ή ασήμι ή από άλλο μέταλλο ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του ναού. Στο α. φυλάσσεται ο άρτος που προορίζεται για τη μετάληψη,… …   Dictionary of Greek

  • Αβέστα — Ιερό βιβλίο του ζωροαστρισμού. Η λέξη φαίνεται να σημαίνει «βασικό» ή «θεμελιώδες κείμενο» (αρχαία ιρανικά apastak), σε αντίθεση προς τη Ζεντ,ερμηνεία ή συλλογή διαφόρων παραδόσεων. Η Α. ανάγεται στην εποχή της δυναστείας των Αχαιμενιδών (6ος 5ος …   Dictionary of Greek

  • Κιβωτός της Διαθήκης — Ιερό σκεύος των Εβραίων κατά την αρχαιότητα, που αναφέρεται και ως κιβωτός του Μαρτυρίου. Επρόκειτο για ένα κιβώτιο από ξύλο ακακίας, μήκους περίπου 1,10 μ., πλάτους 0,67 μ. και ύψους 0,67 μ. Ήταν επενδεδυμένο με χρυσό και στην κορυφή έφερε… …   Dictionary of Greek

  • Κυλώνειον — Ιερό της Αθήνας κατά την αρχαιότητα. Ιδρύθηκε προφανώς για εξιλασμό μετά τη δολοφονία των οπαδών του Κύλωνα από τους Αλκμεωνίδες. Βρισκόταν κοντά στο ηρώο του Ήσυχου και κοντά στο ιερό των Ευμενιδών, όπου έγινε η δολοφονία …   Dictionary of Greek

  • Μενελάειον — Ιερό της Ελένης και του Μενέλαου κοντά στη Σπάρτη, που αναφέρεται από πολλούς συγγραφείς της αρχαιότητας (Όμηρος, Πολύβιος, Λίβυος, Στέφανος Βυζάντιος, Παυσανίας). Τα ερείπιά του βρέθηκαν στην κορυφή βουνού στα ΝΑ της Σπάρτης (υψόμ. 250 μ.), οι… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»